Κυριακή, 09 Μαΐου 2010 14:51 |

«Οι διαδηλωτές έκαναν στην άκρη»

    Μετά την ανακοίνωση των διαδηλωτών-εργαζόμενων του Υπουργείου Πολιτισμού, άλλη μία φωνή έρχεται να διαψεύσει τα όσα διέδιδαν τα κανάλια τις πρώτες ώρες μετά το τραγικό περιστατικό περί παρεμπόδισης του πυροσβεστικού οχήματος από διαδηλωτές: σε συνέντευξη στο Βήμα, ο αντιπύραρχος Μιχάλης Ανδρεόπουλος -ένας από τους πυροσβέστες που έσπευσαν στο φλεγόμενο κτήριο της Marfin την Τετάρτη- μίλησε για τις τραγικές στιγμές της επιχείρησης διάσωσης:

    «Την ώρα εκείνη, με τους συναδέλφους που αποτελούσαμε το πλήρωμα υπηρεσιακού οχήματος, βρισκόμασταν στην πλατεία Κλαυθμώνος. Την ίδια στιγμή, σε διάσπαρτα σημεία της Αθήνας, ήταν σε εξέλιξη επεισόδια.Υπήρχε ένταση μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών παντού», θυμάται ο κ. Ανδριόπουλος. «Στις 14.03 ήρθε το σήμα από το κέντρο επιχειρήσεων να σπεύσουμε στο σημείο όπου είχε εκδηλωθεί η φωτιά. Καταφέραμε και φτάσαμε σε τρία λεπτά». Οι κουκουλοφόροι είχαν πλέον αποσυρθεί, το πλήθος περίμενε. Ο κ. Ανδρεόπουλος, ο οποίος υπηρετεί στη θέση του προϊσταμένου του γραφείου κίνησης της Πυροσβεστικής για την Αττική, λέει πως «μόλις έκανε την εμφάνισή του το όχημα στο οποίο επέβαινε όσοι διαδηλωτές βρίσκονταν στον δρόμο έκαναν στην άκρη για να διευκολύνουν την πρόσβασή του».

    Η φωτιά, όπως είδε, είχε πια επεκταθεί σε όλο τον χώρο της τράπεζας, καθώς υπήρχαν αρκετά εύφλεκτα υλικά και η καύση των μοκετών είχε προκαλέσει πυκνό καπνό. «Οταν φτάσαμε επικρατούσε πανικός. Εξω υπήρχε αρκετός κόσμος, ενδεχομένως και αρκετοί από τους υπαλλήλους που είχαν βγει πριν φτάσουμε. Παράλληλα καίγονταν ηλεκτρονικοί υπολογιστές και τα ηλεκτρονικά τους “παράγουν” αυτό που λέμε “βαρύ” καπνό που δηλητηριάζει. Διαπιστώσαμε αμέσως ότι η φωτιά είχε ξεκινήσει από την τζαμαρία της πρόσοψης, που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της κυρίας εισόδου της τράπεζας». Με αποτέλεσμα γρήγορα να αποκλείσει τη διέξοδο...

    Οι καπνοί είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν προς τη σκεπή του κτιρίου. Πάνω απ΄ το ισόγειο υπήρχε ημιώροφος και δύο ακόμη όροφοι. « Η οροφή στο εσωτερικό της τράπεζας ήταν σαν τρούλος και στους περιμετρικούς χώρους υπήρχαν γραφεία με εργαζομένους», περιγράφει ο κ. Ανδρεόπουλος. Αρχισαν να αναζητούν εγκλωβισμένους. «Φόρεσα την αντιασφυξιογόνο μάσκα και αμέσως ξεκίνησα να ανεβαίνω τους ορόφους αναζητώντας πιθανόν εγκλωβισμένα άτομα. Αλλοι συνάδελφοι είχαν μείνει στο ισόγειο κάνοντας κατάσβεση της πυρκαϊάς. Η ατμόσφαιρα σε όλους τους χώρους του κτιρίου ήταν αποπνικτική. Δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα μπροστά μου»...

    Ως τη στιγμή που βρήκαν τη σορό του Επαμεινώνδα Τσάκαλη. «Ξαφνικά εντοπίσαμε νεκρό τον άνδρα. Ηταν ανάσκελα πεσμένος στα σκαλιά. Μετά μπήκα μόνος μου στον χώρο των γραφείων του 2ου ορόφου και βρήκα λίγο αργότερα στην πόρτα που οδηγεί στο μπαλκόνι νεκρή τη συνάδελφό του. Δεν είχε προλάβει... Είχαν μαυρισμένα πρόσωπα, αλλά κανένα έγκαυμα. Ενας άλλος συνάδελφος εντόπισε την άλλη άτυχη γυναίκα λίγο πιο πάνω».

    Είχαν τρόπο να ξεφύγουν οι άτυχοι υπάλληλοι από τις φλόγες; Ο κ. Ανδρεόπουλος λέει ότι δεν είχαν καμία δυνατότητα. «Κάτω δεν μπορούσαν να κατέβουν γιατί φοβόντουσαν ότι θα καίγονταν. Οι φλόγες ξεπηδούσαν από την πρόσοψη της τράπεζας. Εμοιαζε σαν να κάλυπταν όλο το κτίριο από εκείνη τη μεριά. Κινήθηκαν αναγκαστικά προς τα μικρά μπαλκόνια (στα οποία χωρούν ελάχιστα άτομα), άλλοι στο περβάζι στο εξωτερικό μέρος του κτιρίου, άλλοι προς τη σκεπή».

    «Και άλλες φορές στο παρελθόν έχω απεγκλωβίσει άτομα από φωτιά, ακόμη και νεκρούς», λέει ο κ. Ανδρεόπουλος, αλλά αυτή τη φορά «η τραγικότητα είναι ότι επρόκειτο για εργαζομένους που είχαν πάει το πρωί στις δουλειές τους και άφησαν την τελευταία τους πνοή στον χώρο εργασίας τους από ασφυξία. Δεν βρέθηκαν απανθρακωμένοι. Τους σκότωσε ο καπνός».

    Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο εδώ.

    Διαβάστηκε 1790 φορές
    (0 ψήφοι)